Βαριέμαι! Βαριέμαι τόσο που θα έριχνα Canderel στο φραπέ μου για να δοκιμάσω κάτι το διαφορετικό. Σαν τον Δον Ζουάν που του κάνουν αραιά και που λίγο πινελάκι, έτσι, για να γεμίσει με υγρούς κορκόδειλους η πλούσια σωματοδομή του.
Το πλοίο κουνιέται σα βάρκα. Είναι επειδή τα κύματα μας κοπανάνε σαν ορμητικό νερό. Ρομαντικό, Bad Romance από mister Gagaloudis και ο ήλιος σιγοσβήνει στο δροσερό αιθέρα ωσάν αιθεροβάμουσα μαγούστα. Όταν συγγράφω βγάζω γούστα κι η Θεσσαλονικη φωτίζεται μονομιάς.
Το ταξείδι τιαύτο εστίν βαρετόν like shit. Αγγαρεία, κι αν πάμε στο Pierro’s, ίσως και αγγουρεία.. i.e. παρέλαση αγγουριών στο μοναδικό μέρος του κορμιού μου που μοιάζει με λαστιχάκι μαλλιών. Δεν παλεύεται ρε παιδί μου, αυτό το ταξείδι είναι ο Μάικ Τάισον. Ο οποίος εκτός από τις γροθιές τονίζω ότι αποφεύγει και τα διαλυτικά. Τείνω προς το σεφερλίζειν, αλλά αυτό επιβάλλουν οι συνθήκες. Καταταγείτε, έλεγε ο Βρωμαίος πράκτορας, ταξιδιωτικός βεβαίως βεβαίως. Νιώθω σαν να έχω πληρώσει για να μου κάνουν φάλαγγα. Κι όχι μόνο έπεσε η χούντα, αλλά αντί για φάλαγγα με πήρανε φαλάγγι. Γραικύλοι, κάτοχοι του Χρυσού Κλειδιού της Δραπετσώνας, ψοφήστε!
Συγγνώμη.. Παρεφέρθην.. Καταραμένο σαπιοκάραβο, σταμάτα να γουργουρίζεις λες κι έφαγες ληγμένες μπάμιες. Αν είναι να ξεράσεις τα σωθικά σου, καν’το τώρα, να γίνεις και εθνικός ευεργέτης. Όλη η μούργα, ελάχιστοι οι λεβέντες. Κι απ’αυτούς, η πλειοψηφία λεβεντόνονται μεταξύ τους. Αν δεν ήμουν ταραγμένος δε θα έσκαγε μύτη το φλεβόνι στο μέτωπο. Η ταραχή μου εντείνεται στα 7 Μποφόρ και ο ΛεΠα βγαίνει στην πίστα, δοξασμένο μου 1990.
Γύρω μου ελάχιστα ρει, θα τολμπούσα να πω ότι η στατικότητα του χώρου με υπνωτίζει. 10 καθαρά δακτυλάκια κοιμώμενα, μαζί με το κρέας από πάνω τους, αλλά όχι σπαρταρόντα. Μια σπινθηρίζουσα καράφλα, ένα δίχτυ, όχι για ψάρεμα, το μαλλί του Πικέ σε μία Σλάβικη μοσχαροκεφαλή, μία κολώνα για αισθησιακό χορό μίας αγέλης από φακλάνες. Τα τασάκια βγαλμένα, ενθύμιο της εποχής της νόμικης μαζικής δολοφονίας, τότε που το γερασμένο δέρμα της κάθε συνοφρυωμένης μούρης κρυβόταν πίσω απ’τον καπνό, έτσι απλά, ποιητικά. Ποιώ το τίποτα, πιο κακή η μοναξιά, ποια με καταράστηκε να μη βαράω, αλλά να βαριέμαι? Κατάρα, αποφασίζουν άλλοι για μένα, να πεθάνεις Γιάννη Βούρε αν έδωσες εσύ το πρόσταγμα.
Ο τύπος στα ηχεία μικροφωνίζει επικίνδυνα, και τα τσακάλια νεύρα μου τον πήραν γρήγορα χαμπάρι και έγιναν τσατάλια. Συνηθίζω την περιρρέουσα καραβίλα, όπως έχω συνηθίσει πια και τη μυρωδιά από τις μασχάλες μου. 30φεύγα χρόνια μαραμένες ορχιδέες και όνειρα που σταμάτησαν βιαίως εντός της REM φάσης. Στη συνέχεια έχασα τη θρησκεία μου, ο καθένας πονάει, προσομοίωση ζωής, όλα ήταν ψεύτικα, ψεύτικα, ψεύτικα. Τώρα που’πα προσομοίωση, μία προσομοίωση ανθρώπου δοκιμάζει μία συλλογή ήχων στο κινητό του, μπας και καταλήξει ποιος θα μου τα κάνει πιο γρήγορα ομελέττα. Οι όρχεις μου τηγανίζονται με λίγο λαδάκι κι ο Μαμαλάκης προσπάθησε με τη δίαιτά του να δικαιολογήσει το όνομά του, αλλά παραμένει ωοτόκος.
Φτάνουμε. Σαν καταναγκαστικό σεξ με συφιλλοφόρα πέτσα που θες να τελειώσει άμεσα, ακόμα κι αν αυτό προϋποθέτει να μην είχε μόνο σύφιλλη αλλά και βλενόρροια. Αίσθημα απογοήτευσης για ότι προηγήθηκε, ανακούφισης που τελειώνει, αγανάκτισης που θα ξανασυμβεί. Η ζωή όμως είναι σαν τα χαπάκια Canderel, σου δίνει μία ψεύτικη γλύκα, ενώ στ’αλήθεια σου’χει κλέψει τις καλύτερες φάσεις ρε man.




Όσα 


