«Το άνορακ, του ανορακίου, τω ανοράκιω, ώ..», «..ανοράκιε», η μικρή Κλειτορία αποτελειώνει το διθυραμβικό επικήδειο της ξενόφερτης βαρβαρικής αντιανεμικής παλτουδιάς. Έτσι απλά, μία νοερή κατάσταση ότι ίσως.. ίσως να υπάρχει ένας θάμνος εκεί έξω, στο χώρο προαύλισης. Εκεί, που στο μπάσκετ με έκοβαν συνέχεια.. οι κορσέδες, έτρωγα τάπες.. βαρελιών, μάζευα τα σκουπίδια.. σε σακούλες, έβαζα τρίποντες βόμβες.. σε τράπεζες, ζωγράφιζα στο ζωγραφιστό.. καρδούλες και έπαιρνα την ταυτότητα.. του προπονητή για να μπω στο καζίνο. Σε πείσμα των καιρών, παρά ταύτα, δεν έπαθα κύφωση, κι ας ήμουν ένας τεμπελχανάς κυφήνας. Τι κι αν στο βόλλεϋ κάρφωνα.. κορνίζες και πάσαρα.. ληγμένα φρούτα στις λαϊκές.
Σκέφτηκα ότι άλλοι άγουν τον όχλο όντας ματαιόδοξοι σκράπες, αιθεροβάμωνες σουρουκλεμέδες. Ορίζουν τις τύχες μας ατσαλάκωτοι σπασοκλαμπάνιες κρούοντας βοώδη κλαπατσίμπανα, τα βοοειδή δίποδα. Σπαταλούν πολύτιμους σπόρους γογγυλοκράμβης σε βιολογικά εκτρώματα, πριν μας την πασάρουν σε μορφή γλειώδους τουρσιού. Ακόμα κι ο Τουρσουνίδης έγινε αμπαλαδόρος, γιατί να μη γενώ ιστιοπλόος? Θα φάω τα κύματα και την αρμύρα των Ruffles με το κουτάλι. Τα συγκεκριμένα κριτσιτσόνια ήταν εξαπανέκαθεν αρμυρότερα των υπολοίπων. Η θεωρία μου δείχνει ως αίτιο τα κύματα αυτά καθεαυτά που παγιδεύουν την αλμύρα, όπως παγιδεύεται η συμπυκνωμένη ξινίλα στην κοιλότητα ανάμεσα στο 4ο και το 5ο δακτυλάκι του ποδιού. Η θεωρία μου συνιστά επίσης βασικό κανόνα του σέρφινγκ.
Το χαλαρό αεράκι που πνέει είναι ευλογία Θεού, σκέτη ανεμοβλογιά. Το πέλμα μου συνθλίβει κελύφη πεταλίδων, διαπράττοντας οστρακιά κατά Πάπυρο Λαρούς Μπριτάνικα. Τρελλαίνομαι για αθλοπαιδιές, μα τω καρπερώ ασπάλακα. Το τσουνάμι χτες ξέβρασε λαγοπόδαρα γαμώ την τύχη μου γαμώ και δίπλα μου σερφάρει μία μαυρόγατα. Είμαι βέβαιος ότι με τέτοια γκαντεμιά αν σερφάρω θα κολλήσω trojan και άλλες μάρκες προφυλακτικών. Ξαφνικά νιώθω μόνος και θέλω να το διαλαλήσω, αλλά η κραυγή μου είναι ένα μίζερο κρώξιμο πάπιας άνευ ηχούς. Θρυμματίζω τη σανίδα μου και δίνω τα ροκανίδια σε ένα ινδικό χοιρίδιο των φαναριών. Ήμουν πάλι τόσο ατζαμής, και φυσάει πολύ ο βοριάς του Πλούταρχου και παγώνω σαν τον Σότη Βολάνη..